Saturday, June 11, 2011

O ΠΟΙΗΤΗΣ ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ ΚΑΙ Η ΣΦΑΙΡΑ ΣΤΑ ΔΟΝΤΙΑ!

Ο Λορέντζος Μαβίλης είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές των γραμμάτων μας και όχι μόνο.
Από το ''βιογραφικό'' του συνάγονται τα τρία στοιχεία που τον συγκροτούν ως τρόπο ανθρώπου και ως έργο και διάθεση ποιητή:αριστοκρατικός και ''άκρως αισθητής'',μποέμ 'στον καθ'ημέραν ήμερο βίο και περιπετειώδης,έως ριψοκίνδυνος,στις μείζονες επιλογές κοινωνικών,μορφωτικών και εθνικών στάσεων.Και επίσης ασυμβίβαστα μαχόμενος δημοτικιστής και θαυμαστής του Σολωμού.
 Γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1860 στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε  ως πρόεδρος των δικαστηρίων της Ιονίου Πολιτείας. Ο παππούς του ποιητή Δον Λορέντζο Μαβίλης, Ισπανός στην καταγωγή, πρόξενος της πατρίδας του στην Κέρκυρα, παντρεύτηκε Κερκυραία κι εγκαταστάθηκε εκεί. Η μητέρα του ποιητή ήταν επίσης Κερκυραία και ονομαζόταν Ιωάννα Καποδίστρια – Σούφη,ήταν ανιψιά του Καποδίστρια και θεία του πρωθυπουργού Θεοτόκη.
 Ο ποιητής πήγε Γυμνάσιο στο εκπαιδευτήριο «Καποδίστριας» κι  είχε δάσκαλο τον Ιωάννη Ρωμανό ο οποίος τον σύστησε στην Αναγνωστική Εταιρεία, που σύχναζαν όλοι οι άνθρωποι των γραμμάτων κι εκεί γνώρισε τον Ιάκωβο Πολυλά,  εκδότη του Διονυσίου Σολωμού.
 Το 1878 γράφτηκε στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία εγκατέλειψε ένα χρόνο αργότερα, για να σπουδάσει στην Γερμανία φιλολογία, γλωσσολογία και φιλοσοφία.Οι σπουδές του συνεχίστηκαν για 14 χρόνια.Μελέτησε και επηρρεάστηκε από τiς θεωρίες των Νίτσε(έγραψε το σονέτο Υπεράνθρωπος),Σοπενάουερ και Καντ.Ασχολήθηκε με σανσκριτικα φιλοσοφικά κείμενα και μετέφρασε αποσπάσματα του  ινδικού έπους Μαχαμπμαράτα.
Το 1890 στις 16 Ιουνίου αναγορεύτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Έρλαγκεν της Βαυαρίας και κατέβηκε στη Κέρκυρα.
Δε δέχτηκε καμία θέση για να μη παραβεί τις ηθικές αρχές του. Ένα μικρό απόσπασμα επιστολής του (προς Κεφαλληνό) μας δίνει συμπυκνωμένο το πρόγραμμα της περαιτέρω προοπτικής του: «Ό,τι κατορθώσω εις την ζωή μου, θα το κατορθώσω μένοντας συνεπής, χωρίς ν' απαρνηθώ ούτε μια μόνο πράξη, ούτε μια μόνο στιγμή της περασμένης μου ζωής, ή αλλιώς δε θα κατορθώσω τίποτε»
Ο Λορέντζος Μαβίλης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο πρώτος Έλληνας συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων με διεθνή φήμη.
Ο ποιητής Μαβίλης, εκτός από μερικά ποιήματα που δημοσίευσε σε περιοδικά της εποχής, δεν εξέδωσε καμία ποιητική συλλογή όσο ζούσε. Τα άπαντά του τα κυκλοφόρησε ο φίλος του Κωνσταντίνος Θεοτόκης το 1915 στην Αλεξάνδρεια. Η
μετριοφροσύνη κι η σεμνότητα ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του Μαβίλη όσον αφορά το έργο του..
Αυτός ο εκπληκτικός μάστορας του σονέτου (δεκατετράστιχο ποίημα που αποτελείται από δύο τετράστιχα και δύο τρίστιχα) έστελνε τους στίχους του στον Παλαμά με την υποσημείωση: «Για το συρτάρι σου».
Υπήρξε ο τελευταίος εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής, που είχε σαν κορυφαία μορφή της τον Διονύσιο Σολωμό. Ο Μαβίλης εκφράστηκε ποιητικά με το ποιητικό είδος του σονέτου. Πρόκειται για ποιήματα με σταθερή μορφή, που αποτελούνται από δύο τετράστιχες και δύο τρίστιχες στροφές με ενδεκασύλλαβους ιαμβικούς στίχους με συγκεκριμένη ομοιοκαταληξία. Τα σονέτα του Μαβίλη χαρακτηρίζονται από τα υψηλά τους νοήματα και την επίμονη επεξεργασία του στίχου και της γλώσσας.Η γλώσσα των σονέτων του είναι η δημοτική με λίγους επτανησιακούς ιδιωματισμούς.  Ο ποιητής επηρεάστηκε από το συμβολισμό και τον παρνασσισμό, δύο λογοτεχνικά κινήματα με τα οποία ήρθε σε επαφή κατά την παραμονή του στη Γερμανία
 Η Επτανησιακή σχολή αποτελεί αδιάψευστο δείγμα του τι θα μπορούσε να προσφέρει πνευματικά όλη η Ελλάδα, αν δεν είχαν μεσολαβήσει τα τετρακόσια χρόνια δουλείας.

Φλογερός πατριώτης κι οραματιστής, συμμετέχει ενεργά στους απελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους: το 1896 αγωνίζεται ως εθελοντής στην Κρήτη και το 1897 πολεμάει με δικό του εθελοντικό σώμα, στα βουνά της Ηπείρου, όπου και τραυματίζεται.
Το 1910 εξελέγη βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου στην αναθεωρητική Βουλή. Ιστορική θα μείνει η αγόρευσή του για την υπεράσπιση της δημοτικής γλώσσας όταν συζητιόταν το άρθρο 107 του συντάγματος. «Δεν υπάρχει γλώσσα χυδαία» είπε «μόνο χυδαίοι άνθρωποι!».
Ο ακέραιος χαρακτήρας του και η μη προσαρμογή του στο ρεύμα της συναλλαγής που επικρατούσε (ρουσφέτι), συντέλεσε στο να μην εκλεγεί βουλευτής στις επόμενες εκλογές.


Στον Βαλκανικό πόλεμο του 1912 ο Μαβίλης παρά τα 53 του χρόνια, κατετάγη εθελοντής λοχαγός των Γαριβαλδινών ερυθροχιτώνων.
 Εκείνη την εποχή ο Μαβίλης είχε εμπνεύσει τον έρωτα σε μια μεγάλη ποιήτρια, την κυρία Θεώνη Δρακοπούλου ή Μυρτιώτισσα, όπως ήταν το φιλολογικό της ψευδώνυμο. Η αγάπη αυτή, δεν μπόρεσε όμως να τον κρατήσει κοντά της. Η φωνή της πατρίδας και το ασίγαστο πάθος της λατρείας του προς αυτήν , κάλυψε τη φωνή της καρδιάς.
 Σ’ αγαπώ! Δεν μπορώ, τίποτ’ άλλο να πώ, πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο, έγραφε για ‘κείνον η ερωτευμένη ποιήτρια.
 Αυτός όμως τραβούσε για τα μεγάλα ιδανικά στην κορφή της ζωής, όπου ροδίζει, της Λευτεριάς αμόλευτος αγέρας  και σαν ήχος αθάνατης φλογέρας η ποίηση, αηδόνι θείο, καλοκαρδίζει.τους θεριεύει ο πόθος του θανάτου, με τ’ αγιασμένα δαφνοστέφανά του.
Ο Κώστας Βάρναλης διηγείται το παρακάτω ανέκδοτο για τον Λορέντζο Μαβίλη Μια φορά ο λόχος του είχε μπει σ’ ένα μικρό χωριουδάκι πριν απ’ αυτόν. Γιατί δεν πήγαινε ποτές καβάλλα (όπως οι άλλοι λοχαγοί) μα με τα πόδια, για να υποφέρει τις ίδιες ταλαιπωρίες με τους στρατιώτες του. Οι στρατιώτες πέσαν αμέσως στο πλιάτσικο. Αλλά από ένα τόσο φτωχό χωριουδάκι τι να πάρουνε; Καμιά κότα, λίγη μπομπότα, λίγο ξεροτύρι. Όταν το έμαθε ο Μαβίλης, στενοχωρέθηκε πολύ και ντράπηκε. Δεν ήθελε ο δικός του λόχος να κάνει τέτοιες απρέπειες. Ας ήταν ο λόχος κανενός άλλου! Ή τουλάχιστον, μια κι ήταν ο δικός του, να μην το μάθαινε! Μα οι στρατιώτες του είχαν την ευγένεια να προσφέρουν και στο λοχαγό τους λίγη κότα ψητή. Ο Μαβίλης αρνήθηκε θυμωμένος. Και τότε ο Ρώμας γύρισε και του είπε γελώντας: «Μα μήπως η χτεσινή κότα που έφαγες, ήταν αγορασμένη;»
Στις 28 Νοεμβρίου 1912 στο χωριό Δρίσκος, κοντά στα Γιάννενα, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν σφοδρή αντεπίθεση κατά των Γαριβαλδινών εθελοντών, που ήδη είχαν προχωρήσει πολύ. Ο Μαβίλης μάχεται ηρωϊκά, επικεφαλής των στρατιωτών του, που αποδεκατίζονται απ’ τα εχθρικά βόλια. Σε μια στιγμή της μάχης  μια σφαίρα του διατρυπά τα δυο μάγουλα χαλώντας και πολλά δόντια του. Με γεμάτο το στόμα του αίμα από το τραύμα του, θα πει αυτά τα λόγια στους συμπολεμιστές του : “Περίμενα πολλές τιμές, από τούτον τον πόλεμο, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου για την Ελλάδα μου”.Ενώ μεταφέρεται αιμόφυρτος στο προσωρινό νοσοκομείο ένα δεύτερο βόλι τον βρήκε στο στόμα.
Εκείνη τη στιγμή έφτανε στο χειρουργείο κι ο αρχηγός, Αλέξανδρος Ρώμας. Τον είδε και κατάλαβε. «Σε συγχαίρω απ' τη καρδιά μου!» λέει δίνοντάς του το χέρι. Εκείνος μάζεψε τις στερνές του δυνάμεις, στάθηκε προσοχή και πήρε το χέρι του αρχηγού. Το αίμα που 'τρεχε σ' όλο το δρόμο απ' τις πληγές των παρειών του, πάγωνε στο λαιμό και του δυσκόλευε την αναπνοή. Δε μπορούσε να μιλήσει. Τους κάνει νοήματα να του δώσουν χαρτί, να γράψει. Τα αίματα στάζουν απ' όλες τις μεριές κι οι βολές του πυροβολικού ακούγονται τώρα κοντύτερα. Αλλά δε προφταίνει ούτε να γράψει. Ο παπα-Φώτης του κλείνει τα μάτια. Ο Πιπίνος Γαριβάλδης, ο μόνος εκείνη τη στιγμή στρατιωτικός, στέκεται προσοχή και τονε χαιρετά. Όλοι σταυροκοπιούνται. 
  Ο Μαβίλης  κείτεται νεκρός , ξαπλωμένος στο πεζούλι της Αγίας Παρασκευής σκεπασμένος με τον ματωμένο μανδύα του. Έχει περάσει πλέον στην αιωνιότητα κερδίζοντας: ΘΑΝΑΤΟ, ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΚΑΙ ΛΕΥΤΕΡΙΑ, όπως το ήθελε!

Βρίσκω αυτόν τον τρόπο του θανάτου σημαδιακό για έναν ποιητή. Ενα τολμηρό και συνάμα γλυκό στόμα έτσι μόνο μπορεί να σταματά: με μια σφαίρα να του σμπαραλιάζει τα δόντια και να του κόβει τη γλώσσα στη μέση. Ο ηρωικός του θάνατος υπήρξε, όπως πολύ πετυχημένα ειπώθηκε, «ο ωραιότερος επίλογος λυρικού σονέτου της ζωής του».

Λήθη

Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.
Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.
Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.
Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.

No comments:

Post a Comment